Μια ιστορία για την αλαζονεία “Ο αετός με τα χρυσά φτερά” – Thisisus.gr

Μια ιστορία για την αλαζονεία “Ο αετός με τα χρυσά φτερά” – Thisisus.gr

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πανέμορφος αετός. Είχε γεννηθεί με χρυσά πούπουλα στη ράχη και τα φτερά του. Όταν τα άνοιγε και γινόταν ένα με τον ουρανό, ο ήλιος λαμπύριζε πάνω σε αυτά και νόμιζες ότι έβλεπες έναν άγγελο να πετάει. Τα άλλα πουλιά τον θαύμαζαν κάθε φορά που περνούσε πάνω από τα μέρη τους. Όποτε τον έβλεπαν να ξαποσταίνει, τον πλησίαζαν για να του πουν πόσο όμορφος είναι. Εκείνος φούσκωνε από περηφάνια με όσα άκουγε αλλά ούτε απαντούσε ούτε γύριζε καν να τα κοιτάξει. Όταν μάλιστα η αετίσια όρασή του έπιανε κάποια παρέα πουλιών, πέταγε προς το μέρος τους και έκανε φιγούρες για να τους τραβήξει την προσοχή.

Μία μέρα που ο αετός είχε κουραστεί από το πέταγμά του κατέβηκε σε μία λίμνη να πιεί νερό και να ξαποστάσει. “Τι όμορφος που είμαι” σκέφτηκε, βλέποντας την αντανάκλασή του στα νερά της λίμνης. Εκείνη τη στιγμή, το μάτι του παρατήρησε μία κίνηση στο απέναντι μέρος της λίμνης πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων που έφταναν μέχρι την επιφάνεια του νερού.
Συγκέντρωσε το βλέμμα του καλύτερα και είδε έναν ολόλευκο κύκνο να περιπλανιέται πάνω στα νερά. Η κίνησή του ήταν όλο χάρη, το σχήμα του έμοιαζε με ένα τέλειο γλυπτό και το βαθύ πορτοκαλί ράμφος του συμπλήρωνε την χρωματική αντίθεση. Ήταν ότι πιο όμορφο είχε δει στη ζωή του (μετά από την αντανάκλασή του). Ο κύκνος φαίνεται ότι παρατήρησε την λάμψη του αετού και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.

Όσο πλησίαζε οι λεπτομέρειές του φαινόντουσαν ακόμα καλύτερα. Τα μάτια του περικυκλωμένα από μαύρα πούπουλα έδιναν στο κοίταγμά του μια μυστηριώδη έκφραση. Ο αετός είχε μείνει ακίνητος να τον κοιτάει. Όταν έφτασε δίπλα του δεν μπόρεσε να κρατηθεί και του είπε: “Είσαι πανέμορφος“. Πριν τελειώσει τη φράση του όμως ο κύκνος με μια αστραπιαία κίνηση τον τσίμπησε δυνατά στο πάνω μέρος του δεξιού φτερού. Ο αετός έβγαλε μία κραυγή πόνου και έκανε αμέσως πίσω.

Μα γιατί“, του φώναξε, “δεν ήθελα να σε πειράξω, ήθελα μόνο να σε θαυμάσω“. Ο κύκνος χωρίς καν να τον κοιτάξει έκανε μεταβολή και συνέχισε να πλέει προς το βάθος της λίμνης. Ο αετός πληγωμένος από το χτύπημα αλλά και από τη συμπεριφορά του κύκνου, έκανε να πετάξει.
Μάταια όμως. Το φτερό του έσταζε αίμα και δεν μπορούσε καν να το κινήσει. Τρομαγμένος από την ιδέα ότι μπορεί να εμφανιστεί καμιά αλεπού που θα ερχόταν και αυτή να ξεδιψάσει και καθώς σε λίγο ο ήλιος θα έδυε, κινήθηκε σιγά σιγά προς την κορυφή ενός διπλανού βράχου που παρατήρησε μια σπηλιά.

Μετά από αρκετή ώρα και με κίνδυνο να κουτρουβαλήσει στη λίμνη έφτασε και μπήκε μέσα. Ένιωθε πολύ αδύναμος και είχε χάσει πολύ αίμα. Σε λίγο βυθίστηκε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρωί τον ξύπνησε απότομα ένα σπουργίτι.

Γεια σου αετέ!” του είπε. “Τι όμορφος που είσαι. Έχεις χτυπήσει βλέπω. Θα πάρει μέρες να γιατρευτεί η πληγή σου. Να σου φέρω λίγη τροφή;“.

Ο αετός κοίταξε το σπουργίτι υποτιμητικά και του είπε: “Φύγε από εδώ γρήγορα, που θα μου πεις εσύ ένα απλό σπουργίτι να μου φέρει φαγητό. Εγώ είμαι ο χρυσαετός, ο βασιλιάς των ουρανών, δεν σε έχω ανάγκη“.

Το σπουργίτι ακούγοντας τον αετό να μιλάει με αυτόν τον τρόπο πέταξε γρήγορα μακριά. Ο αετός ένιωθε τον πόνο να έχει δυναμώσει και προσπάθησε να κουρνιάσει στο βάθος της σπηλιάς. Πείναγε, αλλά το να δεχτεί τροφή από ένα σπουργίτι αυτό πήγαινε πολύ. Μετά από λίγες ώρες, ένας δρυοκολάπτης έκανε την εμφάνισή του στην άκρη της σπηλιάς.

Γεια σου αετέ!” του είπε. “Πω πω, είσαι το πιο όμορφο πουλί που έχω δει. Βλέπω όμως ότι είσαι χτυπημένος. Έχω βρει ένα δέντρο με κάτι καταπληκτικά σκουλήκια. Να σου φέρω μερικά να φας μέχρι να γίνεις καλά;”

Ο αετός θυμωμένος του φώναξε: “Φύγε από εδώ γρήγορα μικρέ δρυοκολάπτη. Ποιος νομίζεις ότι είσαι που θα μου φέρεις εσύ φαγητό. Εγώ είμαι ο καλύτερος κυνηγός του δάσους, δεν έχω ανάγκη τα σκουλήκια σου“.

Ο δρυοκολάπτης, σήκωσε τα φτερά του με απορία, και πέταξε και αυτός μακριά.

Οι μέρες περνούσαν, ο πόνος στο φτερό του αετού δεν υποχωρούσε και η πείνα είχε γίνει ανυπόφορη. Ένα πρωινό, ένα κοράκι έκανε την εμφάνισή του στην είσοδο της σπηλιάς. Ο αετός το είδε και με αδύναμη φωνή του είπε:
Βοήθησέ με σε παρακαλώ, είμαι χτυπημένος και πεινάω πολύ. Φέρε μου λίγο φαγητό“.

Το κοράκι τον κοίταξε καλά, βεβαιώθηκε ότι δεν κινδυνεύει από τον αδύναμο αετό και του είπε: “Ασφαλώς και να σε βοηθήσω καλέ μου Αητέ. Τρέχω αμέσως να σου φέρω αυτό που έχεις ανάγκη. Βλέπω ότι έχεις πολύ όμορφα χρυσά φτερά. Μπορώ να πάρω λίγα από τα φτερά σου όμως πρώτα;

Ο αετός μέσα στην ανημποριά του δεν είχε επιλογή.Πάρε” του είπε. “Πάρε όσα θες, φέρε μου όμως σε παρακαλώ λίγο φαγητό. Δεν θα αντέξω για πολλές μέρες ακόμα“.

Το κοράκι πλησίασε, πήρε όσα χρυσά φτερά μπορούσε να χωρέσει στο ράμφος του και πέταξε μακριά. Μετά από λίγες ώρες, επέστρεψε με λίγη τροφή για τον αετό.

Ευχαριστώ πολύ καλό μου κοράκι” του είπε ο αητός.

Παρακαλώ” είπε το κοράκι. “Η χαρά είναι όλη δική μου” και συνέχισε: “Θα κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα σου φέρνω κάθε μέρα φαγητό μέχρι να δυναμώσεις και εσύ θα μου δίνεις κάθε φορά λίγα από τα χρυσά φτερά σου. Είμαστε σύμφωνοι;

Σύμφωνοι” είπε ο αητός τσιμπολογώντας το γεύμα του.

Οι επόμενες ημέρες πέρασαν με αυτό το μοτίβο. Το κοράκι ερχόταν, έπαιρνε όσα από τα χρυσά φτερά μπορούσε να κουβαλήσει και του έφερνε την απαραίτητη τροφή. Πάντα όμως τόση ώστε να το έχει ανάγκη και την επόμενη μέρα. Ο αετός με τον καιρό ένιωθε τις δυνάμεις του να επανέρχονται και το φτερό του ήταν ήδη πολύ καλύτερα. Ένιωθε ότι σε λίγες μέρες θα μπορούσε να βρεθεί πάλι στον αέρα.

Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς τη βοήθειά σου“, είπε ένα πρωί ο αετός στο κοράκι. “Σου είμαι ευγνώμων“.

Το κοράκι έκρωξε χαιρέκακα. “Αλίμονο, σκοπός είναι να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Φεύγω τώρα“, του είπε. “Γύρνα μόνο λίγο, να πάρω και τα τελευταία χρυσά φτερά που έμειναν στην πλάτη σου“.

Χάρισμά σου“, του είπε ο αετός. “Αφού με βοηθάς πάρε ό,τι θες. Θα σε περιμένω το απόγευμα“.

Το απόγευμα ήρθε, αλλά όχι και το κοράκι. “Μπα! κάτι θα του έτυχε” σκέφτηκε ο αετός. “Ελπίζω να είναι καλά. Θα έρθει σίγουρα το πρωί“. Το κοράκι δεν φάνηκε ούτε το επόμενο πρωί αλλά ούτε και το απόγευμα. Ο αετός άρχισε να πεινάει. Αισθανόταν δυνατός. Σκέφτηκε να προσπαθήσει να δοκιμάσει το φτερό του. Πλέον ο πόνος ήταν ελάχιστος και μπορούσε να το κουνάει ανεμπόδιστα. Έφτασε μέχρι την άκρη της σπηλιάς, κοίταξε στον ορίζοντα πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να απογειωθεί.
Μάταια όμως, καθώς κουτρουβάλησε στο βράχο. Δεν είχε πια φτερά να τον βοηθήσουν να σηκωθεί, καθώς το κοράκι τα είχε πάρει όλα! Λυπημένος ξαναγύρισε στη σπηλιά, καθώς στο έδαφος θα ήταν ένα εύκολο θύμα για κάποιο πεινασμένο αγρίμι.

Οι μέρες άρχισαν να περνούν αργά και ο αετός βυθιζόταν πάλι στην θλίψη. Μάταια περίμενε να δει στην άκρη της σπηλιάς το κοράκι να του φέρνει φαγητό. Τα φτερά του μεγάλωναν πολύ αργά και το να βγει να κυνηγήσει στο έδαφος ήταν βέβαιος θάνατος. Η πείνα και η αδυναμία του μεγάλωναν με τις μέρες ώσπου πλέον δεν μπορούσε καν να σηκωθεί. Ξάφνου στην άκρη της σπηλιάς φάνηκε μια μαύρη μορφή. Ο αετός με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει σήκωσε το κεφάλι του. “Καλό μου κοράκι εσύ είσαι;” αναφώνησε ο αετός.

Γεια σου αητέ. Όχι δεν είμαι το κοράκι. Ένα μικρό χελιδόνι είμαι. Είσαι καλά;

Πεινάω πολύ και έχω αδυνατίσει. Τα φτερά μου δεν έχουν μεγαλώσει τόσο ώστε να μπορώ να πετάξω και είμαι παγιδευμένος σε αυτή τη σπηλιά“, αποκρίθηκε ο αετός. “Αν πας να μου φέρεις κάτι να φάω, θα σου δώσω μερικά από τα χρυσά φτερά που μου έμειναν στο κάτω μέρος της ουράς μου.

Το χελιδόνι τσίριξε. “Μα τι λες αητέ. Είσαι ξεπουπουλιασμένος και θα χάσεις και άλλα από τα φτερά σου; Τρέχω αμέσως να σου φέρω φαγητό“.

Το χελιδόνι εμφανίστηκε μετά από λίγο έχοντας στο ράμφος του και στα ποδαράκια του όση τροφή μπορούσε να κουβαλήσει. Την ακούμπησε μπροστά στον αετό και τον άφησε να φάει. Ο αετός, έφαγε με λαιμαργία. Το χελιδόνι χαιρόταν που τον έβλεπε να το απολαμβάνει.

Άκου” του είπε. “Θα σου φέρνω κάθε μέρα φαγητό μέχρι να βγουν πάλι τα φτερά σου. Εσύ θα φροντίσεις να μένεις ασφαλής εδώ μέσα. Σύμφωνοι;” Ο αετός έγνεψε καταφατικά με το ράμφος του. “Σε ευχαριστώ από την καρδιά μου” του είπε.

Οι μέρες πέρασαν και το χελιδόνι έφερνε στον αετό όση τροφή μπορούσε να κουβαλήσει. Καθόταν δίπλα στον αετό μέχρι να την φάει και μετά συζητούσαν με τις ώρες. Το χελιδόνι του έλεγε όλα τα νέα του δάσους και ο αετός έλεγε στο χελιδόνι τις περιπέτειες του από τις μέρες που ήταν ο βασιλιάς των ουρανών. Ο καιρός πέρασε. Τα φτερά του αετού είχαν μεγαλώσει όπως και η φιλία των δύο πουλιών. Τα φτερά δεν ήταν πια χρυσά είχαν όμως ένα πολύ όμορφο μπεζ χρώμα.

Τι όμορφος που είσαι με τα νέα σου φτερά“, του είπε το χελιδόνι. “Νομίζω ότι πλέον μπορείς να δοκιμάσεις να πετάξεις! Και μην ανησυχείς, αν κουτρουβαλήσεις εδώ θα είμαι πάλι να σου φέρνω φαγητό μέχρι να τα καταφέρεις“.

Ο αετός ένιωσε ένα σφίξιμο μέσα του. Όχι μόνο από την αγωνία του για το αν θα τα κατάφερνε αλλά και από την συνειδητοποίηση του πόσο καλά του φερόταν το χελιδόνι. “Σε ευχαριστώ του είπε, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ καλέ μου φίλε“.

Ο αετός έφτασε στο άνοιγμα της σπηλιάς, κοίταξε το δάσος, τα βουνά και τη λίμνη που βρισκόταν από κάτω, έκλεισε τα μάτια και πέταξε. Πέταξε ψηλά. Μπορούσε πάλι να απολαμβάνει τον αιθέρα. Γύρισε και κοίταξε προς τη σπηλιά. Είδε το χελιδόνι να κουνάει με χαρά πάνω κάτω τα φτερά του. Πέταξε προς το μέρος του και έκανε μια θεαματική φιγούρα για να το χαιρετήσει και να το ευχαριστήσει.

Θα τα ξαναπούμε!” του φώναξε. “Ελπίζω να ανταποδώσω μία μέρα“.

Δεν χρειάζεται να ανταποδώσεις τίποτα” του φώναξε το χελιδόνι. “Είναι χαρά μου να σε βλέπω να πετάς έτσι δυνατός”.

Ο αετός το χαιρέτησε με ένα δυνατό κρώξιμο και πέταξε προς το βουνό για να αγναντέψει τη φύση από το ψηλότερο σημείο του. Πόσο του είχε λείψει αυτή η αίσθηση. Ξαφνικά το μάτι του έπεσε σε έναν απόκρημνο βράχο. Είδε το κοράκι να κάθεται και να απολαμβάνει τον ήλιο ξεψειρίζοντας τα μαύρα του φτερά. Κατάλαβε ότι η εξαφάνισή του δεν έγινε γιατί του είχε συμβεί κάτι κακό. Ένιωσε θυμό. Βούτηξε προς το μέρος του. Το κοράκι μόλις αντιλήφθηκε τον αετό να πετάει προς τα εκεί, πάγωσε. Κατάλαβε ότι ήρθε το τέλος του. Ο αετός λίγο πριν φτάσει στο κοράκι έκοψε ταχύτητα.

“Τι κάνω;” σκέφτηκε. “Και τα δικά μου προβλήματα ξεκίνησαν από την επιθετικότητα του κύκνου. Εγώ άφησα το κοράκι να με εκμεταλλευτεί λόγω της αλαζονικής μου συμπεριφοράς μου προς τα άλλα πουλιά που ήρθαν να με βοηθήσουν“.

Έκανε μία απότομη στροφή και πέταξε ψηλά προς τα σύννεφα. Ένιωσε ευτυχισμένος, ευτυχισμένος και πιο σοφός!

Μίλτος Τσιάκαλος Life Coach

ΠΗΓΗ

Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter

Παρουσιάστηκε σφάλμα κατά την προσπάθεια αποστολής του αιτήματός σας. ΠΑΡΑΚΑΛΩ προσπαθήστε ξανά.

This Is Us will use the information you provide on this form to be in touch with you and to provide updates and marketing.